Το πρόσωπο της προσφυγιάς το γνώρισε η Σάμος αρκετές φορές


Το πρόσωπο της προσφυγιάς το γνώρισε η Σάμος αρκετές φορές στη διάρκεια των δύο τελευταίων αιώνων. Ένα μεγάλο κύμα προσφύγων δέχεται το νησί καθ’ όλη τη διάρκεια της Επανάστασης του 1821.

Οι Τούρκοι διώκουν τους Χριστιανικούς πληθυσμούς, οι οποίοι καταφεύγουν στο επαναστατημένο νησί. Ανάμεσά τους και πολλοί Σαμιώτες που ζούσαν στα μικρασιατικά παράλια. Οι ίδιοι οι Σαμιώτες, εκατόν εβδομήντα οικογένειες περίπου, γνωρίζουν επίσης την οδύνη του αποχωρισμού από την πατρίδα το 1834 και επιλέγουν να μεταναστεύσουν πρόσφυγες στην ελεύθερη Ελλάδα, επειδή δεν ήθελαν να αποδεχτούν την ηγεμονία.
Τη φυγή στη Μέση Ανατολή και την Αφρική
τη γνώρισαν επίσης οι Σαμιώτες στα χρόνια του Β’ μεγάλου πολέμου, καθώς και στη διάρκεια της εμφυλιακής και μετεμφυλιακής περιόδου. Η εργασία αυτή έχει ως θέμα την έλευση στην πόλη της Σάμου δύο μεγάλων κυμάτων προσφύγων, των Κρητικών, το 1897, και κυρίως
των Μικρασιατών κατά τα χρόνια 1914-1922, και την υποδοχή τους από τους Σαμιώτες. Έτος 1914. Είναι η χρονιά που οι Νεότουρκοι εγκαινιάζουν τη συστηματική δίωξη των Χριστιανικών πληθυσμών, υλοποιώντας το δόγμα του εκτουρκισμού της αυτοκρατορίας, αλλά και για να πιέσουν την ελληνική κυβέρνηση να δεχτεί τους όρους τους στο ζήτημα των νησιών.
Τη χρονιά αυτή 150.000 Έλληνες κατέφυγαν στην Ελλάδα, ενώ άλλοι 50.000 εξορίστηκαν στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας.
Η Τουρκία ζητάει για πρώτη φορά ανταλλαγή πληθυσμών. Από τότε και μέχρι το 1922
κυρίως ολοκληρώθηκε η εκρίζωση του ελληνικού στοιχείου από τη Μικρά Ασία. Αρχίζει η εφιαλτικότερη περίοδος του ελληνισμού. Οι πρώτοι πρόσφυγες ήρθαν τον Μάη του 1914. Προέρχονταν από τον Τσεσμέ και την Κάτω Παναγιά. Η πόλη τους υποδέχεται και τους περιποιείται.
Όσο πληθαίνουν μένουν σε σκηνές, άλλοι πηγαίνουν στο Κοκκάρι, στους Μυτιληνούς, το Τηγάνι. Τα Μοναστήρια επίσης άνοιξαν τις πύλες τους. Όσο ο φιλοξενούμενος πληθυσμός είναι λίγος και τα προβλήματα διαμονής και διαβίωσης είναι λίγα. Καθημερινώς όμως ό όγκος των προσφύγων αυξάνεται. Προέρχονται κυρίως από τα Αλάτσατα αλλά και άλλα χωριά
της μικρασιατικής παραλίας.
Μέχρι τον Μάη του 1915 υπολογίζονται στους 7000, και αυξάνονται συνεχώς, όταν ο πληθυσμός ολόκληρου του νησιού είναι περίπου 54.000! Η συγκέντρωση τόσων πολλών προσφύγων παρέλυσε συγχρόνως καί τις εργασίες των ντόπιων. Ο κίνδυνος της πείνας άρχισε να γίνεται άμεσος και γι’ αυτούς, μιας
και στο νησί εμφανίζεται έλλειψη τροφίμων
και ψωμιού.
Ενώ στην αρχή μοιράζεται στους πρόσφυγες ψωμί, μισή οκά η μερίδα, τον Μάη του 1915 περιορίζεται στα 100 δράμια, κι αυτό είναι άθλιας ποιότητας, πράγμα που προκάλεσε τη διαμαρτυρία τους στη Νομαρχία. Γι’ αυτό προτείνεται η επαναλειτουργία του συσσιτίου που είχε εφαρμοστεί στην αρχή, ώστε και οι πλούσιοι να βοηθήσουν.
Η οργανωμένη κοινωνία αρχίζει ν’ ανησυχεί. Σημειώνονται κρούσματα κλοπών και λαθρεμπορίας. Οι ντόπιοι δεν είναι πλέον τόσο φιλικοί, γιατί η φτώχεια και η ανέχεια χτυπά και τη δική τους πόρτα. Κατηγορούνται οι πρόσφυγες ότι δεν υπηρετούν στον στρατό, που βέβαια είναι αναληθές. Το 1916 διατάσσεται απογραφή των προσφύγων.
Σκοπός της η εξακρίβωση του πλήρους αριθμού των και η καταγραφή των ζημιών που υπέστησαν κατά τον διωγμό. Η Ελλάδα μπαίνει στον πόλεμο στο πλευρό της ENTENTE. Το 1919 της παραχωρείται η ευρύτερη περιοχή της Σμύρνης, που επικυρώνεται με τη συνθήκη των Σεβρών στις 10 Αυγούστου 1920. Από τον Απρίλη του 1919 συζητιέται η παλινόστηση
των προσφύγων. Πρώτα θα φύγουν οι εύποροι και όσοι τεχνίτες έχουν στέγη και εργασία. Τον Ιανουάριο του 1920 επιτρέπουν και στους απόρους να γυρίσουν πίσω.
Οι Σαμιώτες συγχαίρουν τους πρόσφυγες
για την εργατικότητα τους και εκφράζουν
τη λύπη τους που θα τους αποχωριστούν.
Σε λίγο επιτρέπεται να εγγράφονται με αίτησή τους στους δήμους και στις κοινότητες του τόπου διαμονής τους και να εγγράφονται στους εκλογικούς καταλόγους. Οι εκλογές πλησιάζουν. Δίνονται δάνεια στους Μικρασιάτες. Όλοι περιμένουν το αίσιο τέλος. Οι εκλογές όμως του Νοεμβρίου του 1920 ανατρέπουν την κατάσταση.
Ο Βενιζέλος χάνει τις εκλογές, η θέση της Ελλάδας δυσχεραίνει. Οι δυνάμεις του Κεμάλ ανατρέπουν την κατάσταση και οι ανεξέλεγκτοι Τσέτες δημιουργούν νέα κύματα προσφύγων. Από τις αρχές Ιουνίου 1921 καταφτάνουν πρόσφυγες από τη Νικομήδεια. Γέμισε η μικρή πόλη του Βαθιού ξένες μορφές και απόκτησε ανατολίτικη όψη.
Οι Βαθιώτες παραξενεύονται που βλέπουν την πόλη τους να μοιάζει με μικρόπολη της Ανατολής. Ακούς τούρκικα, αρμένικα, και τα ελληνικά προφερόμενα με το τραχύ ύφος της τούρκικης γλώσσας. Α! γκιουζέλ Σαμιώτισσα, άκουγα, και που νάξερα πως είναι κεσμέτ να πορπατώ στα σοκάκια της, έλεγε ένας από τους πρόσφυγες.
Η προκυμαία έχει γεμίσει από ετερόκλητα μπαγκάζια. Όλοι όμως πιστεύουν ότι οι Τούρκοι θα ηττηθούν και πως αυτή η κατάσταση είναι προσωρινή.
Στο Βαθύ και στο Καρλόβασι υπολογίζονται
οι νεοερχόμενοι σε 2500 ψυχές. Εγκαταστάθηκαν στα σχολεία, ακόμα και στο Μαλαγάρι. Ευχαριστήρια γράμματα προσφύγων, Ελλήνων, Αρμενίων, ακόμα και Τούρκων μουσουλμάνων στέλνονται στις εφημερίδες για να ευχαριστήσουν δημόσια τους Σαμιώτες.
Ο καιρός περνάει.
Τα προβλήματα πληθαίνουν. Οι πρόσφυγες ζητούν δουλειά, αλλά δεν βρίσκουν.
Έρχεται ο χειμώνας. Το ψωμί και το αλεύρι σπανίζουν. Το λάδι επίσης. Τον Νοέμβρη
του 1921 νέοι πρόσφυγες από την Κιλικία.
Τους φέρνει ιταλικό ατμόπλοιο. Αγωνία για το πού θα στεγασθούν τόσοι χιλιάδες άνθρωποι μέσα στο χειμώνα, όταν και ο ντόπιος πληθυσμός δοκιμάζεται σκληρά.
Το Γενάρη του ’22 οι πρόσφυγες της Νικομήδειας παραπονούνται στη διοίκηση γιατί έχουν 4 μήνες να πάρουν το επίδομα. Οι Γεροντιανοί τον Απρίλη περίμεναν τον Ελληνικό Στρατό.
Ετοίμαζαν σημαίες, καζάνια, αδημονούσαν. Αντί για τους Ελληνες ήρθαν οι Τσέτες.
Καταστροφή! Σώθηκαν μόνο όσοι κατόρθωσαν να φτάσουν στην παραλία και να επιβιβασθούν σε ιστιοφόρα και ατμόπλοια.
Η θέα των ανθρώπων αυτών είναι συγκλονιστική, ομολογεί ο αρθρογράφος της εφημερίδας Αιγαίον. Τους στέγασαν στη δημοτική σχολή, χωρίς νερό. Ο κίνδυνος μετάδοσης ασθενειών είναι μεγάλος.
Γίνεται προσπάθεια να επιστρέφουν στις απελευθερωμένες περιοχές. Τον Ιούνιο επέστρεψαν. Η κατάσταση και για τους ντόπιους είναι απειλητική. Το ψωμί σπανίζει. Από την ήττα του Σαγγάριου και μετά (23 Αυγούστου 1922) ο Ελληνικός Στρατός έχασε τον πόλεμο.
Στις 9 Σεπτεμβρίου η Σμύρνη δεν υπήρχε πια. Απ’ όλες τις ανατολικές πύλες εισόδου στο νησί καταφτάνουν αλλόφρονες πρόσφυγες από
τα Σώκια, τα Ντωμάτια, το Κελεμπέσι, το Τσαγκλί. Άλλοι πάνε στο Παλιόκαστρο,
άλλοι στο Τηγάνι, οι πιο πολλοί στο Βαθύ.
Γέμισε το νησί Μικρασιάτες.
Σαμιακό ατμόπλοιο κατόρθωσε να διασώσει Σαμιώτες που κατοικούσαν στη Σμύρνη.
Ο συνολικός αριθμός προσφύγων που πέρασε στη Σάμο μέχρι το τέλος του ’22 ήταν 30.000.
Οι δρόμοι, η προκυμαία, αποθήκες, εγκαταλειμένα σπίτια, τα παρεκκλήσια, γεμίζουν πρόσφυγες. Τι θ’ απογίνουν αυτοί
οι άνθρωποι; Ο απόηχος της καταστροφής είναι θλιβερός.
Μαζί με τις ειδήσεις και τις σπαρακτικές διηγήσεις οι Σαμιώτες βλέπουν τους καπνούς να υψώνονται από τα απέναντι βουνά της Μικράς Ασίας.
Η πολυφίλιτη Ανατολή καίγεται. Το σύνθημα πλέον γίνεται ένα: να σωθεί η Πατρίς!
Παρατηρούνται όμως και φαινόμενα δυσάρεστα. Ο Γενικός Διοικητής της Σάμου Αναστασιάδης κατηγορείται ότι στις 22 Αυγούστου όταν οι πολιτικές και στρατιωτικές αρχές των Σωκίων,
τον παρακαλούσαν τηλεφωνικώς να επιτρέψει την έλευσή τους, δεν το έκανε και μάλιστα απορούσε για τον πανικό τους!
Διέταξε επίσης τις τελωνειακές αρχές να εισπράττουν δασμό από τα είδη που έφερναν οι πρόσφυγες. Όταν οι Καλύμνιοι έστειλαν φορτίο αλεύρου και γαλέτας για τους πρόσφυγες, ζήτησαν φόρο 2 δραχμές τη γαλέτα.
Και ενώ το υπουργείο περίθαλψης είχε δώσει για περίθαλψη και μετακίνηση αρκετά χρήματα, αυτός άφηνε τους πρόσφυγες χωρίς καμιά φροντίδα.
Γνωστή άλλωστε η πολιτική της αντιβενιζελικής κυβέρνησης.
Ακόμα και διαβατήρια ζητούσαν από τους πρόσφυγες, προκειμένου να εμποδιστεί η είσοδός τους στην Ελλάδα.
Ο Δήμος συνέστησε τετραμελή επιτροπή με αρμοδιότητα την επίβλεψη της καθαριότητας της πόλης. Η λιμενική επιτροπή Βαθέος επίσης παίρνει μέτρα για την καθαριότητα της προκυμαίας και των αποχωρητηρίων. Γίνονται εμβολιασμοί των κατοίκων και το νοσοκομείο δέχεται τους ασθενείς.
Λίγο αργότερα εγκαινιάζεται ιατρείο για φυματικούς γιατί τα κρούσματα είναι πολλά, ιδίως ανάμεσα στους πρόσφυγες.
Τον χειμώνα του ’23 παρατηρήθηκε ελαφρά επιδημία εξανθηματικού τύφου.
Επίσης οι ελογενείς πυρετοί είχαν αρκετή έκταση ιδίως τους θερινούς και φθινοπωρινούς μήνες. Οργανώνονται έρανοι, φιλανθρωπική αγορά, εσπερίδες στο διοικητήριο, οι ομογενείς της Αμερικής στέλνουν διαρκώς χρήματα.
Παρά όμως τα βήματα για στοιχειώδη οργάνωση της κατάστασης, οι πρόσφυγες αντιπετωπίζουν συχνά την εχθρότητα των ντόπιων. Δεν είναι λίγοι που τους βλέπουν με κακό μάτι, και τους θεωρούν υπεύθυνους της κατάστασης. Πάμπολλες είναι οι σχετικές αφηγήσεις προσφύγων. Είναι η θλιβερή σελίδα
της ιστορίας μας αυτή.
Το θέμα αυτό απασχόλησε επανειλημμένα και
την Εθνοσυνέλευση. Η συνδιάσκεψη της Λωζάννης άρχισε στις 13/20 Νοεμβρίου 1922 και τέλειωσε με την υπογραφή της οριστικής συνθήκης ειρήνης στις 24 Ιουλίου 1923.
Τον Ιανουάριο υπογράφτηκε η συμφωνία για την ανταλλαγή των πληθυσμών. Σ’ όλο αυτό το διάστημα ο προσφυγικός κόσμος παρακολουθεί με αγωνία την εξέλιξη της τύχης του.
Στις 8 Ιανουάριου 1923 οργανώθηκε στην πόλη του Λιμένος Βαθέος επιβλητικό συλλαλητήριο κατά των αποφάσεων αυτών.
Όταν πια οι ελπίδες για παλινόστηση χάνονται αρχίζει η οργάνωση της πολιτογράφησης των προσφύγων και οι σκέψεις για μόνιμη εγκατάστασή τους. Όμως πρέπει να γίνει οργανωμένα.
Τον Οκτώβρη του 1923 απαγορεύεται η μετακίνηση των προσφύγων προς Πειραιά, Βόλο και άλλα κέντρα. Με τη μέριμνα όμως του Υπουργού Θ. Σοφούλη επιτράπηκε η μετακίνηση των Σαμίων προσφύγων σ’ όλα τα μέρη του κράτους πλην Μακεδονίας, Θράκης και Κρήτης. Τον Φεβρουάριο του 1924 η επιτροπή προσφύγων δημοσιεύει υπόμνημα στο υπουργείο «Περί της παρούσης καταστάσεως των προσφύγων, περί των αναγκών αυτών και περί της μονίμου αποκαταστάσεώς των».
Εκεί αναφέρεται ότι τον Αύγουστο του ’23 οι πρόσφυγες στη Σάμο ήταν 23.000 ενώ το 1924 είχαν απομείνει 15.270. Στο Βαθύ και στα πέριξ διέμεναν οι 6.710. Οι 15.000 αντιστοιχούν
σε 3700 οικογένειες εκ των οποίων οι 1880 επιθυμούν να μείνουν στη Σάμο. Απ’ αυτούς 1100 οικογένειες είναι αστοί επαγγελματίες, οι οποίοι ασχολούνται με την κατεργασία καπνού. Η Σάμος ήταν καπνοπαραγωγός περιοχή.
Ιδίως μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή διάφοροι ξένοι οίκοι καπνεμπορικοί έφτιαξαν μεγάλα εργοστάσια (1923 ο Έρμαν και ο Λουί Μαρκ, 1924 ο Σούτος) και υπήρχε ανάγκη εργατικών χεριών. Όταν μάλιστα έχουμε αθρόες αναχωρήσεις προσφύγων σε άλλα μέρη
της Ελλάδας, οι καπνεμπορικές εταιρείες
θα κάμουν διαβήματα ώστε να μην επιτραπεί η μετακίνηση και άλλων.
Στους εναπομείναντες πρόσφεραν εργασία για πέντε χρόνια. Με το ζήτημα βεβαίως αυτό συνδέθηκε και η ανάγκη να χτιστούν σπίτια
για τους πρόσφυγες.
Η δεύτερη κατηγορία προσφύγων που θέλουν να μείνουν στη Σάμο είναι 480 οικογένειες,
κυρίως καπνοκαλλιεργητές και λιγότεροι αμπελουργοί.
Προτείνουν να τους δοθούν για καλλιέργεια μοναστηριακά κτήματα. Πράγματι, γίνονται προσπάθειες να απαλλοτριωθεί το κτήμα της Μονής Πάτμου στο Ηραίον.
(Σήμερα το κτήμα αυτό παραμένει μετόχι της Μονής Πάτμου, πράγμα που σημαίνει ότι οι προσπάθειες αυτές απέβησαν άκαρπες.)
Για τις οικογένειες χωρίς προστάτη, που είναι 300, προτείνεται, εκτός από την εργασία στα καπνεργοστάσια της πόλης, μια μονιμότερη λύση, να συσταθεί επαγγελματική σχολή στο Μαλαγάρι.
Στη Σάμο αναζητείται ο τόπος που θα γίνει το χτίσιμο των προσφυγικών σπιτιών. Επιλέχτηκε τελικά η περιοχή πίσω από τον κήπο του Λουί Μάρκ, γιατί το έδαφος ήταν ομαλό, γειτνίαζε η περιοχή με το κέντρο και ήταν εύκολη η ύδρευση. Η σύμβαση έγινε για 250 σπίτια στο Βαθύ και 100 στο Καρλόβασι.
Όμως το χτίσιμο, ως συνήθως, συνδέθηκε με σκάνδαλα, τα οποία αποκαλύπτονταν και στεναχωρούσαν όλους, ιδίως τους πρόσφυγες. Το 1930 γίνεται πάλι λόγος για χτίσιμο 40, αλλού λένε 30, νέων προσφυγικών σπιτιών.
Το 1952 υπογράφτηκαν οριστικά συμβόλαια με τους δικαιούχους των προσφυγικών κατοικιών.
Οι δικαιούχοι ήταν 398: στο Βαθύ σε δύο περιοχές (στο Κατσούνι και πίσω από τον κήπο του Λουί Μαρκ), στο Πυθαγόρειο (σε κτήματα που παραχώρησε η Ιερά Μητρόπολη Σάμου) και στο Καρλόβασι (στην περιοχή νότια από την εκκλησία του Αγίου Νικολάου.)
Οι πρόσφυγες άρχισαν σιγά σιγά να συμμετέχουν στη ζωή του τόπου.
Το 1923 άρχισε η πολιτογράφησή τους, η εγγραφή τους στα μητρώα αρρένων και δημοτολόγια καθώς και στους εκλογικούς καταλόγους, σε γενική τους συνέλευση υποστήριξαν τον Γ. Σούτο για το αξίωμα του Δημάρχου, γιατί κατήρτισε ψηφοδέλτιο απ’ όλες τις πολιτικές μερίδες.
Το 1928 έγινε ολοκληρωμένη απογραφή τους.
Η ζωή συνεχιζόταν. Τη γειτονιά των προσφυγικών, με τα ομοιόμορφα σπιτάκια, τη θυμάμαι στα παιδικά μου χρόνια για τα πολλά παιδιά και τα πολλά νυχτέρια τα βράδια. Σήμερα, δύσκολα την αναγνωρίζεις γιατί οι δρόμοι ασφαλτοστρώθηκαν, εκτός από δύο, που με τις πέτρινες πλάκες τους θυμίζουν λίγο την παλιά γειτονιά.
Τα πιο πολλά σπιτάκια ξαναφτιάχτηκαν.
Οι πρόσφυγες αφομοιώθηκαν με τον ντόπιο πληθυσμό. Ελάχιστοι πια μένουν από κείνη
τη γενιά, όταν όμως επιχειρείς να ρωτήσεις για κείνα τα χρόνια, δυσκολεύεσαι, γιατί παρόλο που πέρασαν τόσα χρόνια, η πίκρα τους ακόμα ξεχειλίζει.
Γιατί όπως λέει κι ο Γ. Σεφέρης στον Τελευταίο Σταθμό:
"τη σκέψη του πρόσφυγα, τη σκέψη
του αιχμαλώτου, τη σκέψη του ανθρώπου
σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια,
δοκίμασε να την αλλάξεις, δεν μπορείς".
- Μελέτη της Αγγέλας Χατζημιχάλη. Πρακτικά Συνεδρίου “Η πόλη της Σάμου, φυσιογνωμία και εξέλιξη” το 1998.


































Share on Google Plus

0 Σχόλια: