Ένα καρύδι που το φύλαγε για χρόνια δίπλα στα εικονίσματα.

 


Έσυρε τη βάρκα του στο παγωμένο νερό, έβαλε μπροστά τη μηχανή και πήρε κατεύθυνση προς
τη μεριά που είχε ρίξει τα δίχτυα του. Από μικρό παιδί μέσα στη θάλασσα. Η αλμύρα της είχε πια ποτίσει το πετσί του. Η βάρκα ανήκε στον πατέρα του.
Μαζί πηγαίνανε για ψάρεμα και όταν εκείνος έφυγε από τη ζωή, εκείνη έμεινε παρατημένη στον Παχύ τον Άμμο να την τρώει η υγρασία και να την τρυπάνε οι αέρηδες. Ώσπου ήρθε η ώρα που η απώλεια σταμάτησε να του τρώει την ψυχή και πήρε την απόφαση να ρίξει ξανά τα δίχτυα στα νερά του κόλπου.
Μερεμέτισε τη βάρκα και την έβαψε.
Το όνομα της μάνας του της είχε δώσει ο πατέρας του, «Μάρθα» και δεν το άλλαξε. Άνοιξε τον θερμό να βάλει λίγο ζεστό καφέ. Η θάλασσα ήταν γαλήνια, αλλά μόνο στην επιφάνειά της.
Το μέσα της λες και ήταν πεινασμένο αγρίμι και καταβρόχθιζε ψυχές. Διχασμένο ήταν το νησί του με τις βάρκες που κουβαλούσαν πάνω τους αναλώσιμες ζωές. Ένα νησί που το χώμα του είχε κάποτε ποτιστεί από το κλάμα της προσφυγιάς που έφτασε θαλασσοδαρμένη στις ακτές του.
Δυο λέξεις έκαναν τη διαφορά ανάμεσα στο βαρύ φορτίο της βάρκας, η λέξη πόλεμος και η λέξη πρόσφυγας. Αυτός που λυσσομανούσε τούτη την ώρα που εκείνος έβγαζε την ψαριά για το ούζο του στον καφενέ. Πρέπει να νιώσεις τη φωτιά του στο πετσί σου για να νιώσεις τι σημαίνει "Σώζω τη ζωή μου, σώζω τη ζωή του παιδιού μου", τι σημαίνει πόλεμος και προσφυγιά.
Μέσα σε μια βάρκα είχε έρθει στον τόπο αυτό
ο πατέρας του μικρό παιδί. Σαν τώρα θυμότανε
ο Λευτέρης τα λόγια του, πως τις ρίζες του
τις είχε αφήσει πίσω. Έξι χρονών ήτανε όταν
τον άρπαξε η μάνα του από τον δρόμο που έπαιζε καρύδια με δυο φίλους του.
Εκείνος δεν κατάλαβαινε πολλά, μονάχα πως κάτι κακό συνέβαινε.
Έβαλε ό,τι μπορούσε η μάνα του σε έναν
μπουγά, έραψε στις φόδρες των παιδιών της τα κοσμήματα που ήτανε κειμήλια και μέσα στις κάλτσες τους μερικές λίρες. Για λίγο καιρό τους είχε πει ο πατέρας του, όταν τους ξεπροβόδισε στο Δικελή για να έρθουνε στη Μυτιλήνη.
Ήταν έμπορος και είχε φίλους στο νησί που δέχτηκαν να φιλοξενήσουν τη γυναίκα και τα τρία του παιδιά μέχρι να ηρεμήσουν τα πράγματα. Μόνο που δεν ηρέμησαν ποτέ. Πρόσφυγες γίνανε κι εκείνοι, πρόσφυγες που μπήκανε σε μια βάρκα και ξεριζώθηκαν από τη μια στιγμή στην άλλη. Ένα καρύδι είχε μείνει στην τσέπη του, απομεινάρι του παιχνιδιού που έμεινε στη μέση.
Ένα καρύδι που το φύλαγε για χρόνια δίπλα στα εικονίσματα. Τον πατέρα του δεν τον είδε ποτέ ξανά. Έμαθαν πως την επόμενη μέρα μπούκαραν οι τσέτες στο χωριό, έκαψαν τα σπίτια και κρέμασαν τους άντρες στην πλατεία.
Τάμα στη μνήμη του είχε κάνει να επιστρέψει μια μέρα πίσω για να αποχαιρετίσει όπως του άξιζε τον τόπο που τον γέννησε. Κι ο Λευτέρης δεν του χάλασε το χατίρι του πατέρα του.
Αμυδρά θυμότανε τον δρόμο που ήτανε κάποτε
το σπίτι του και σαν τον βρήκανε ρωτώντας, γονάτισε σε μια άκρη στο μέρος που κάποτε ήτανε το πατρικό του.
Δεν είχε απομείνει τίποτα πια όρθιο, λίγο χώμα πήρε σε ένα σακουλάκι και το έβαλε δακρυσμένος στην τσέπη του «Μ’ αυτό θέλω να με θάψετε» τού ψιθύρισε και ο γιος του τίμησε την επιθυμία του.
Κοίταξε συγκινημένος κατά τη μεριά της ανατολής.
Δυο-τρία μόλις κύματα δίπλα μας οι Κυδωνίες, το αγαπημένο Αϊβαλί της προσφυγιάς που δεν ξεχάστηκε ποτέ …καμιά προσφυγιά όμως δεν ξεχνιέται ποτέ, όποιον θεό κι αν κουβαλά ο πρόσφυγας μέσα στα απομεινάρια της ζωής του, σε όποια γλώσσα κι αν τραγουδιέται το μοιρολόγι του...
.
Γεωργία Ανδριώτου.
-


Share on Google Plus

0 Σχόλια: