ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΟΙ ΚΟΙΝΟΤΗΤΕΣ (Λαύριο 1922-1934)


Μπορεί να είναι εικόνα 7 άτομα και άτομα που στέκονται
ΦΩΤΟ : Ν.ΑΦΗΣΙΑ (ΣΑΡΤΗ) ΣΙΘΩΝΙΑΣ , ΑΦΗΣΙΑΝΟΙ ΣΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΤΟ 1936
Αντωνία Γκίνη

Το δεύτερο φαρμάκι το ήπιε η γιαγιά Βασιλοπούλα, γύρω στα τέλη του 1924. Τότε που σχεδόν όλοι οι συγχωριανοί , οι Αφησιανοί , φύγανε απ το Λαύριο. Απόμειναν πίσω ,μόνο καμιά σαρανταριά οικογένειες.
Κι ανάμεσα σε αυτές κι η οικογένεια της κόρης της. Και μαζί κι εκείνη . Φεύγοντας ο γιος της, ο Δημήτρης Παπαζαχαρίας , υποσχέθηκε ότι θα τους γράψει αμέσως.
Κι όταν τακτοποιόντουσαν, θα τους ειδοποιούσε να πάνε κι αυτοί. Κατάκαρδα τον πήρε αυτόν τον χωρισμό η γιαγιά. Χάλασε τον κόσμο στο σπίτι . «Όλοι οι χωριανοί μας φύγανε κι εμείς κάτσαμε εδωνά! Με τσι ξένοι! Εκείνοι θα είναι εκεί. Μια μέρα δρόμο είναι η Αφησιά μας , απ κει … Κι εμείς κάτσαμε εδωνά..».
Σε λίγο καιρό ήρθε το γράμμα από τον γιο της. Δύσκολα τα πράγματα . Δεν ήταν όπως τα περίμεναν . Η Διαλεκτή διάβασε το γράμμα του αδελφού της , μπροστά σε όλη την οικογένεια. «Μην κουνηθείτε απ΄ εκεί. Θα σας γράψω πάλι» τελείωνε το γράμμα του ο Δημήτρης. Κι εξιστορούσε τα πάνδεινα , που πέρασαν για να βρουν στέγη και να οργανωθούν. Δυόμιση χρόνια και βάλε αλληλογραφούσαν με τον Δημήτρη και μάθαιναν για τον σκληρό αγώνα που έκαναν για να βιοποριστούν . Δεν τα ’ χαβε αυτά η Βασιλοπούλα . Όπως ήθελαν της τα΄ λεγαν , στο σπίτι. «Κι αν είναι έτσι μαρή , όπως τα λέτε , γιατί δεν γύρισαν πάλι εδώ ; Δυο –τρείς οικογένειες ήρθαν μόνο πίσω . Από ολόκληρο το χωριό μας ! Να! κάτι χαϊβάνια γύρισαν . Σερσερήδες σαν και κάτι άλλους, που παραμείναν εδώ…» έλεγε και κοίταζε θυμωμένη την Διαλεκτή και τον Αντώνη. Αν εξαιρέσεις τον γάμο της Φωφώς , της εγγόνας της , με τον Κώστα , άλλη χαρά δεν πήρε εκείνο τον καιρό. Μα εκεί που κορυφώθηκε η πίκρα κι ο θυμός της , ήταν το καλοκαίρι του 1927. Ήταν μια πολύ ζεστή μέρα. Είχε έρθει και γράμμα από τον γιό της . Φτιάξανε πια τα πράγματα, έγραφε . Γίνηκε επιτέλους το χωριό, στον νέο τόπο. Η Νέα Αφησιά ! Λίγο απ την Επιτροπή Αποκατάστασης και πολύ απ τους ίδιους τους συγχωριανούς …Χτίστηκε το χωριό . Πήρανε κλήρους και καλλιεργήσανε. Οργανωθήκανε . «Τώρα, ελάτε !» έγραφε ο γιος της. Της το πανε κι άλλοι πατριώτες που ζούσανε στο Λαύριο. Κάποιοι που λάβανε ειδοποίηση .Να σμίξουν πάλι όλοι . Στην Νέα Αφησιά. Στην Σιθωνία. Σε έναν πανέμορφο τόπο , που έμοιαζε με το παλιό χωριό τους. «Δεν μπορούμε να πάμε εκεί , μάνα . Ο Αντώνης έχει καλή δουλειά τώρα. Είναι τεχνίτης στην Γαλλική. Πληρώνεται καλύτερα τώρα. Εκεί που θα δουλέψει; Δεν ξέρει εκείνος από χωράφια και αγροτικές δουλειές. Πως θα ζήσουμε ;» ήταν η απάντηση της Διαλεκτής. Πετάχτηκε όρθια η Βασιλοπούλα «Έχει καλή δουλειά ο Αντώνης …»κορόιδεψε. «Εδώ σε λέω πως ξαναφτιάχτηκε η Αφησιά μας κι εσύ με λες για τσι δουλειές! Χαμπάρι δεν παίρνεις ! Κάτσετε εδώ με τσι ξένοι …» και μπήκε φουριόζα στην κάμαρη της. Άρπαξε το σεντόνι απ το κρεβάτι και βγήκε έξω . «Τρεχάτε μωρέ , να την βρείτε. Μην πάει στην θάλασσα μόνη της..» έστειλε τα κορίτσια της η Διαλεκτή. Μπροστά η Χρυσή και πίσω η Κουλίτσα, κατηφόρισαν το μονοπατάκι . Την βρήκαν πράγματι στην αμμουδιά. Εκεί που σκίαζαν οι βράχοι , να κάθεται τυλιγμένη με τα άσπρο της σεντόνι και ν ατενίζει το πέλαγος. «Τι κάνεις εδώ μονάχη σου γιαγιά; Έχει και ζέστη ….» άρχισε να λέει η Χρυσή. «Κάνω και καμώνομαι» την έκοψε εκείνη άγρια. «Φευγάτε εσείς, σαν ζεσταίνεστε. Εμένα με δροσίζει η θάλασσα .Έρχεται αέρας απ εκεί. Απ το νησί μας!» και της έδειξε στο βάθος την μακρινή στεριά . Όλο το καλοκαίρι το έκανε αυτό. Άρπαζε το σεντόνι της και κατέβαινε στην θάλασσα. Έτρεχαν ξοπίσω της η Κουλίτσα κι η Χρυσή. Το έκανε για διαμαρτυρία . Κι αυτό κι άλλα πολλά .... Έλεγε και ξανάλεγε πως ολόκληρο το χωριό ξεριζώθηκε απ το νησί τους κι ολόκληρο έπρεπε να παραμείνει , στον νέο τόπο. . Για να μην χαθεί. Το χωριό , η πατρίδα και το όνειρο.
(Από τις αφηγήσεις της μητέρας για την ζωή στο Λαύριο 1922-1934)

Share on Google Plus

0 Σχόλια: