
Κατά τα Βυζαντινά χρόνια ο πέμπτος λόφος της Κωνσταντινούπολης, με πανοραμική θέα προς τον Κεράτιο, αποκαλούνταν "Πετρίον" λόγω του πετρώδους υπεδάφους του που δημιουργούσε και επικίνδυνους υφάλους στα γύρω νερά του Κερατίου. Η ύπαρξη υφάλων στη περιοχή κατέστησε αναγκαία τη κατασκευή ενός φανού (φάρου), από τον οποίον η συνοικία οφείλει το σημερινό της όνομα.
Από το 1601 εδρεύει εκεί το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Γύρω του αναπτύχθηκε έκτοτε μια ελληνική συνοικία, όπου εγκαταστάθηκαν οι περισσότεροι από τους Έλληνες άρχοντες, οι οποίοι έλαβαν την προσωνυμία Φαναριώτες, που κυριάρχησαν στην πνευματική, οικονομική, διοικητική και πολιτιστική ζωή της πόλης
Επειδή αναπτύχθηκε επί Οθωμανικής αυτοκρατορίας, όπως είναι φυσικό έχει και τα αρνητικά του τα οποία επιμελώς αποκρύπτονται.
Έλεγαν για τους Φαναριώτες ότι, αν συνέβαινε ποτέ ο Τούρκος αξιωματούχος να τους ρωτήσει πως έχει η υγεία τους, εκείνοι απαντούσαν «φιλώ την σκόνη των παπουτσιών σου αφέντη» (χακιπάι γιουζ σουρέρουρ)
ο διορισμός Φαναριώτη σε μία θέση Βοεβόδα, δηλαδή διοικητή μίας επαρχίας, της Βλαχίας ή της Μολδαβίας, γινόταν σ΄ εκείνον που πλειοδοτούσε. Εκείνος που έδινε τα περισσότερα στο Πατριαρχείο για να εισηγηθεί ευνοϊκά και να χορηγήσει εγγυήσεις και πιστοποιητικά εθνικοφροσύνης στην τουρκική διοίκηση, είχε σίγουρο τον διορισμό. Αυτό δημιούργησε τον ανταγωνισμό, την αντιζηλία των αντίπαλων υποψήφιων οικογενειών και το κάρφωμα μεταξύ τους για πραγματικά ή φανταστικά παραπτώματα. Για να διατηρήσει το αξίωμά του ο Φαναριώτης και να μην πέσει σε δυσμένεια έπρεπε να πληρώσει. Και για να βρει τα χρήματα, φορολογούσε άγρια την περιοχή της δικαιοδοσίας του.
Για τη διατήρηση του τίτλου μίας ηγεμονίας υπήρχαν ειδικές ταρίφες. H θέση του ηγεμόνα της Βλαχίας στοίχιζε 45.000 χρυσές λίρες, ενώ του ηγεμόνα της Μολδαβίας 30.000 χρυσές λίρες. όλοι αυτοί στο σύνολό τους δεν δέχονταν να τους αποκαλούν Έλληνες ή Γραικούς, γιατί πίστευαν ότι αντιπροσωπεύουν το πάλαι ποτέ ένδοξο γένος των Ρωμαίων και ως εκ τούτου αντιμετώπιζαν με υπεροψία και αποστροφή τους απλούς Έλληνες ομοεθνείς τους.
«Αυτοί ονομάσαντες εαυτούς “το περίβλεπτον γένος των «Ρωμαίων» βλασφημίαν ήκουαν, αν τους ωνόμαζέ τις Γραικούς ή Έλληνας, δεν ήθελαν να έχουν κοινωνίαν με τους αφανείς και αναξίους της συγγενείας των πραματευτάς ή τεχνίτας. Με διάφορα σκωπτικά ονόματα εσήμαινον τους Ηπειρώτας, τους Θετταλούς, τους Νησιώτας και όσους δεν ήσαν Τσελεπήδες». (Τσελεπής : Άρχοντας, Αφέντης)
0 Σχόλια: