Το Λιβίσσι (Kayaköy, Καγιάκιοϊ), ή επίσης Λειβίσσι και Λεβίσσι

Η εικόνα ίσως περιέχει: ουρανός, σπίτι, υπαίθριες δραστηριότητες, νερό και φύση

Το Λιβίσσι (Kayaköy, Καγιάκιοϊ), ή επίσης Λειβίσσι και Λεβίσσι, είναι χωριό 8 χιλιόμετρα νότια της Μάκρης (Φετίγιε)
στη νοτιοδυτική Μικρά Ασία όπου ζούσαν Έλληνες της Ανατολίας μέχρι περίπου το 1923. Το χωριό - φάντασμα, που διατηρείται πλέον ως μουσείο, αποτελείται από εκατοντάδες κατοικίες και δύο εκκλησίες,
οι οποίες καλύπτουν ένα μικρό μέρος βουνοπλαγιάς. Η περιοχή όπου βρίσκεται
το Λιβίσι κατοικούνταν από τα πρώιμα αρχαϊκά χρόνια, όπως αναφέρουν αρχαίοι συγγραφείς. Στην ίδια περιοχή που βρισκόταν το Λιβίσι, οι μελετητές τοποθετούν
την Λυκιακή πόλη Καρμυλησσό.
Η Καρμυλησσός ήταν ένα μικρό πόλισμα κοντά στην παραλία, στο όρος Αντικράγος.
Η περιοχή άλλαξε δημογραφικά μετά τον σεισμό, που ισοπέδωσε την κοντινή Μάκρη
το 1856, καθώς και τη μεγάλη πυρκαγιά του 1885. Μετά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο (1919-1922), το Λιβίσι εγκαταλείφθηκε μετά τη συμφωνία ανταλλαγής πληθυσμών που υπογράφηκε από την ελληνική και τουρκική κυβέρνηση το 1923.
..."Το μεσημέρι, όταν ο δυνατός καλοκαιρινός ήλιος είναι ψηλά, κάτι παράξενο συμβαίνει στο Λιβίσι. Τα λευκά πλαίσια των παραθύρων λάμπουν και τα σπίτια μοιάζουν και πάλι φωτισμένα. Και τότε, αν σταθείς για λίγο και ακουμπήσεις τις πέτρες θα νιώσεις ότι ακούς και πάλι τα γέλια και τις φωνές μιας ζωντανής πόλης. Μόνο που για το Λιβίσι,
το κεφάλαιο «ζωή» έκλεισε το 1922. Μέχρι τότε κατοικούνταν κυρίως από Ελληνες - 3.500 σύμφωνα με κάποιες πηγές, 6.500 σύμφωνα με άλλες -, οι οποίοι υποχρεώθηκαν να το εγκαταλείψουν στο πλαίσιο
της ανταλλαγής πληθυσμών. Όταν βρίσκαμε στο χωριό ένα κομμάτι γυαλιού ή πορσελάνης, προσπαθούσαμε να φανταστούμε τι ήταν, σε ποιον ανήκε, λέει η Ισίκ Ταμπάν.
Όταν ήμασταν παιδιά παίζαμε ένα παιχνίδι, λέει η Ισίκ Ταμπάν που μεγάλωσε στο Λιβίσι και πριν από λίγες ημέρες δημοσίευσε ένα βιβλίο με ιστορίες του. «Όταν βρίσκαμε στο χωριό ένα κομμάτι γυαλιού ή πορσελάνης, προσπαθούσαμε να φανταστούμε τι ήταν,
σε ποιον ανήκε». Μετά το 1922 οι πόρτες
των Ελλήνων στο Λιβίσι κλειδώθηκαν,
τα πολύτιμα υπάρχοντα στις περισσότερες περιπτώσεις δόθηκαν στους Τούρκους γείτονες για φύλαξη και ο ήλιος έδυσε οριστικά πάνω από τη μικρή πόλη.
Οι Τούρκοι αγρότες που ήρθαν με την ανταλλαγή από τη Θεσσαλονίκη (όπως λένε οι ντόπιοι) στις περισσότερες περιπτώσεις εγκατέλειψαν σύντομα το μέρος, καθώς
η γη δεν έφθανε για όλους. Οι Τούρκοι
του Λιβισίου ή Καγιάκιοϊ όπως ονομάστηκε αργότερα, σιγά σιγά έφυγαν και αυτοί και από τους 1.000 κατοίκους του 1922 έπειτα από λίγα χρόνια είχαν μείνει λιγότεροι από 300. Στον πόνο αυτών που έφυγαν προστέθηκε και ο πόνος αυτών που έμειναν.
«Στους μικρούς δρόμους του Καγιάκιοϊ έχουν μείνει τα αποτυπώματα του Γιώργου και
του Ιμπραήμ, της Αϊσέ και της Ελένης.
Δεν ήταν δικός τους πόλεμος, αλλά πλήρωσαν το τίμημα. Οι τοίχοι εδώ κουβαλούν τις μνήμες τους», λέει η Ταμπάν. Περίπου 500 χιλιόμετρα μακριά, στη Νέα Μάκρη, η 72χρονη Δέσποινα Μαυρίκου ζει
με τις ιστορίες της Λιβισιανής γιαγιάς που
τη μεγάλωσε. «Η γιαγιά μου πέθανε το 1952, η μάνα μου το 2006. Δεν μπόρεσαν να ξαναπάνε στο Λιβίσι και το είχαν καημό (...). Μια φορά, όταν η κόρη μου ήταν παιδί έπαιζε στην αυλή με ένα αεροπλανάκι. Την είδε
η γιαγιά μου και της είπε “αχ μωρό μου, βάλε με μέσα να με πας στην πατρίδα...Εμένα μου έλεγε να πας εσύ στο Λιβίσι, με την ευχή μου και να μου φέρεις χαλίκια από την αυλή του Ταξιάρχη”». Η κ. Μαυρίκου ήταν τυχερή που τα κατάφερε, καθώς η εκκλησία του Ταξιάρχη με την περίτεχνη (έστω και τραυματισμένη σήμερα) βοτσαλωτή αυλή της έκλεισε πέρυσι για το κοινό. «Οταν έφθασα στον Ταξιάρχη άρχισα να ψάχνω για το σπίτι μας. Ελεγα “αχ ρε μάνα να ζούσες”, δεν έβρισκα από πού μου είχε πει να βγω. Μετά βρήκα μια πόρτα και τότε το είδα μπροστά μου: ένα “γάμμα” είχε απομείνει, φαίνονταν ακόμα η κάπνα
στο τζάκι».Η εικόνα του Λιβισίου σήμερα είναι σχεδόν απόκοσμη: εκατοντάδες πέτρινα σπίτια, σφιχταγκαλιασμένα μέσα στα στενά σοκάκια, χάσκουν ανοιχτά από παντού, χωρίς στέγες, τα περισσότερα μισογκρεμισμένα.
Σε πολλές περιπτώσεις, μόνο κάποια σκόρπια ντουβάρια έχουν απομείνει να θυμίζουν το περίγραμμα των σπιτιών. Ή μια σκάλα που δεν οδηγεί πουθενά, ένα τζάκι στον αέρα στηριγμένο σε ένα κομμάτι τοίχου, ακόμα καπνισμένο μετά από 90 χρόνια. Ενας λουλακί τοίχος, με τα ίχνη των ντουλαπιών και τις εσοχές, που κάποτε φιλοξενούσαν ένα νοικοκυριό. Το χώμα έχει καλύψει τα πατώματα, τα δέντρα - ιδίως οι πολυάριθμες αγριοσυκιές - έχουν φυτρώσει παντού: μέσα στους τοίχους, στη μέση των δωματίων, με τις ρίζες τους να τρυπώνουν σε κάθε ρωγμή και να χωρίζουν τις πέτρες.
Κι όμως, σε πείσμα του χρόνου και της εγκατάλειψης, το παρελθόν είναι εύκολα ορατό. Το Λιβίσι είναι πιθανότατα το μόνο οικιστικό σύνολο στη Μικρά Ασία, που παραμένει ολόκληρο, χωρίς επεμβάσεις,
να θυμίζει την ιστορία του ελληνισμού
στην περιοχή. Αυτός είναι και ο λόγος που
το Λιβίσι (ή Kayakoy στα τουρκικά) έχει μετατραπεί σε τουριστικό αξιοθέατο.
Οι τουριστικοί οδηγοί μάλιστα το ονομάζουν ghost town, δηλαδή πόλη-φάντασμα. «Θυμώνω όταν το αποκαλούν “χωριό - φάντασμα”», λέει η Ισίκ Ταμπάν, μία από τους πολλούς ανθρώπους της περιοχής που νιώθουν την ανάγκη να καταγράψουν
τις μνήμες της «άλλης» πλευράς, σε μία προσπάθεια συμφιλίωσης με το παρελθόν. «Πολλοί Έλληνες έρχονται εδώ. Κάποιοι κλαίνε, είναι τόσο λυπηρό για εμάς.
Μας γράφουν γράμματα, μας λένε πόσο δύσκολη ήταν η ζωή τους (σ.σ. αφότου έφυγαν)», λέει ο Νάιλ Κουγιουτσάκ, κάτοικος της περιοχής. Σήμερα, μόλις επτά από
τα εκατοντάδες σπίτια του Λιβισίου έχουν αναστηλωθεί και κατοικούνται, καθώς παρέμειναν ιδιωτικές περιουσίες, σε αντίθεση με το μεγαλύτερο μέρος
του χωριού που πέρασε σε κρατική ιδιοκτησία. «Οι πλουσιότεροι Έλληνες έφυγαν στο εξωτερικό: στη Γαλλία,
στη Γερμανία. Οι φτωχότεροι πήγαν στη Νέα Μάκρη», λέει ο Μπιρόλ Γκανίογλου.
Ο Μπιρόλ Γκανίογλου είναι ιδιοκτήτης μιας από αυτές τις αναπαλαιωμένες κατοικίες.
Το ισόγειο το έχει μετατρέψει σε εστιατόριο, ανασυνθέτοντας το εσωτερικό του σπιτιού. Στην είσοδο έχει φωτογραφίες από Ελληνες του Λιβισίου από το χωριό και από τη Νέα Μάκρη. «Το σπίτι μου ανήκε σε έναν Γιώργο Γεωργιάδη, που είχε το παρατσούκλι Kel Yorgo, ο καραφλός Γιώργος, περίπου σαν εμένα», αστειεύεται. Οι διηγήσεις που συνέλεξε από ντόπιους και Έλληνες επισκέπτες είναι το θέμα του νέου του βιβλίου. «Οι πλουσιότεροι Έλληνες έφυγαν στο εξωτερικό: στη Γαλλία, στη Γερμανία.
Οι φτωχότεροι πήγαν στη Νέα Μάκρη», αναφέρει. «Έρχονται πολλοί άνθρωποι εδώ και μας λένε τις ιστορίες τους.
Για παράδειγμα, μια οικογένεια Ελλήνων άφησε σε φίλους τους ένα μπαούλο με τα προικιά της κόρης τους. Υστερα από πολλά χρόνια, η οικογένεια κατάφερε να τους εντοπίσει στην Ελλάδα και τους το παρέδωσε». Πληροφορίες από οδοιπορικό της εφημερίδας"Καθημερινή". Σύλλογος Μικρασιατών Πεύκης - Λυκόβρυσης "ΙΩΝΙΑ".



Η εικόνα ίσως περιέχει: ουρανός, σύννεφο και υπαίθριες δραστηριότητες

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Η εικόνα ίσως περιέχει: σύννεφο, ουρανός, δέντρο και υπαίθριες δραστηριότητες

Η εικόνα ίσως περιέχει: φυτό και υπαίθριες δραστηριότητες

Η εικόνα ίσως περιέχει: ουρανός και υπαίθριες δραστηριότητες

Η εικόνα ίσως περιέχει: ουρανός, βουνό, υπαίθριες δραστηριότητες και φύση

Η εικόνα ίσως περιέχει: ουρανός, δέντρο, υπαίθριες δραστηριότητες και φύση

Η εικόνα ίσως περιέχει: ουρανός, φυτό, σπίτι και υπαίθριες δραστηριότητες

Η εικόνα ίσως περιέχει: ουρανός, σύννεφο, φυτό, δέντρο, υπαίθριες δραστηριότητες και φύση

Η εικόνα ίσως περιέχει: ουρανός, δέντρο και υπαίθριες δραστηριότητες

Η εικόνα ίσως περιέχει: βουνό, ουρανός, δέντρο, φυτό, υπαίθριες δραστηριότητες και φύση

Η εικόνα ίσως περιέχει: ουρανός, υπαίθριες δραστηριότητες και φύση

Η εικόνα ίσως περιέχει: ουρανός, φυτό, δέντρο, γρασίδι, σπίτι, υπαίθριες δραστηριότητες και φύση

Η εικόνα ίσως περιέχει: ουρανός, βουνό, υπαίθριες δραστηριότητες και φύση


Η εικόνα ίσως περιέχει: φυτό και υπαίθριες δραστηριότητες

Η εικόνα ίσως περιέχει: εσωτερικός χώρος

Share on Google Plus

0 Σχόλια: